«Πέντε γυναίκες, τρεις ιστορίες»

09.03.2010
«ΠΕΝΤΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, 


ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»
 
Ο Μάρτιος εισέβαλε σαδιστικά στους ρυθμούς της ζωής μου φέτος, αποτελειώνοντας όσες ελπίδες είχαν μείνει να σιγοκαίνε από τα Χριστούγεννα, ενώ παράλληλα μια σειρά νέων συναντήσεων και εμπειριών ήρθαν για να ξαναμοιράσουν από την αρχή τα χαρτιά της τράπουλας, να επανατοποθετήσουν τα πράγματα, τα συναισθήματα και τις προτεραιότητες.
Ξεκινώ έτσι, αν και θα έπρεπε να ξεκινήσω από το τέλος, το οποίο γράφτηκε μόλις προχθές, όταν τερμάτισε η ζωή μιας πολύ κοντινής μου φίλης, συνεργάτιδας, εμψυχώτριας (και άλλα πολλά) εδώ και 16 χρόνια που δουλεύαμε μαζί κάθε μέρα, που μεγαλώναμε παιδιά, που άλλαζε η ζωή μας, τα πρόσωπά μας, τα σώματά μας και οι συζητήσεις μας μαλάκωναν πάντοτε τις καρδιές μας. Παραμονή Χριστουγέννων, μου είπε στο τηλέφωνο, κάνοντας τις παλάμες μου να κρυώσουν απότομα, αναπηδώντας σχεδόν από το τεμπέλικο κρεβάτι της χριστουγεννιάτικης σιέστας, πως οι γιατροί τής έδωσαν δύο μήνες ζωής. Μου το είπε με τέτοιο σπαραγμό ψυχής και παράπονο, υπονοώντας πώς είναι δυνατόν η ζωή της να αξίζει μόνο τόσο λίγο! Θυμάμαι πως κατρακύλησα σιγανά στο πάτωμα από το κρεβάτι, έχοντας κρατημένο σφιχτά το καλώδιο από το ακουστικό του κινητού στο αφτί μου, χάνοντας το πάτωμα, τους τοίχους και το ταβάνι του δωματίου μου. Μιλήσαμε για ώρα. Το πιο αμήχανο, δυσλεκτικό τηλεφώνημα της ζωής μου… Πώς και τι μπορείς να πεις σε έναν μελλοθάνατο και μάλιστα από το τηλέφωνο… Καμιά μας δεν πίστεψε την άλλη εκείνο το βράδυ και νομίζω πως ήταν η μοναδική ανειλικρινής επικοινωνία μας, τόσα χρόνια. Αυτά τα Χριστούγεννα άλλαξαν πολλά –και κυρίως εγώ, που με τα νέα δεδομένα αισθανόμουν υπερφυσικά λυπημένη, σαν μια γιγαντιαία «Αλίκη» σε ένα μικρό, τοσοδούλι, για τη στενοχώρια μου, σπίτι. Ήταν η τρίτη φορά στη ζωή μου που κάποιος αγαπημένος μου είχε καταδικαστεί σε τόσο λίγο υπόλοιπο ζωής. Η τρίτη ήταν και η πιο άδικη, μια τόσο νέα γυναίκα, με δυο παιδιά που είχαν χάσει και τον πατέρα τους πριν από μόλις λίγα χρόνια, να συζητάμε ψυχρά από το τηλέφωνο τι θα απογίνουν και πώς θα μεγαλώσουν μόνα τους την επόμενη μέρα χωρίς εκείνη… Ήρθα αντιμέτωπη με αυτή τη νέα πραγματικότητα για τη φίλη μου, αφού για πολλά χρόνια είχα συνηθίσει να δίνει νέους αγώνες και να τους περνάει με νίκες, αρνούμενη την αλήθεια. Ήξερα καλά τι σημαίνουν αυτοί οι δύο τελευταίοι μήνες, πώς συρρικνώνεται η ζωή σου και η ύπαρξή σου σε ένα μικρό κουφαράκι που κάποτε θύμιζε τον άνθρωπο που ήσουν. Μου πήρε νύχτες πολλές με εφιάλτες και, ξαφνικά, όλο αυτό έγινε πάλι ένα «χριστουγεννιάτικο εξάνθημα» που επανήλθε. Αυτοί οι τελευταίοι μήνες με συντάραξαν με την έκρηξη της αλήθειας και της ωμότητας, ανακαλύπτοντας ότι και οι δύο γίνονται «σετάκι» με την ηλικία και την ωριμότητά μου ως γυναίκας και ως μητέρας εφήβων ανθρώπων. Δεν έχει περισσέψει και άλλη λύπη από προχθές που έλαβαν τέλος όλα, όπως σατανικά είχαν προβλεφθεί, παρά τις ικεσίες όλων μας για ένα θαύμα. Μουδιασμένοι, όσοι αγαπήσαμε αυτόν το θαυμαστό άνθρωπο, ξαναγυρίσαμε –προγραμματισμένοι υπολογιστές– στις δουλειές μας, στα περιοδικά μας, στα βραβεία μας… Βουβοί, να αναλογιζόμαστε το μεγαλείο ψυχής και αξιοπρέπειας στον αγώνα που έδωσε για τόσα πολλά χρόνια αυτή η τρομερή γυναίκα, η Νάνσυ, δίνοντας παράλληλα σε εμάς ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα της ζωής μας…
Στο ενδιάμεσο διάστημα, έκανα δύο νέες γνωριμίες –η κάθε μία ιδιαίτερη για το μήνυμά της.
Ανακάλυψα και έβαλα στη ζωή μου, έπειτα από προτροπή δύο παλαιών μου φίλων, ένα ίδρυμα που βρίσκεται τόσο κοντά μου και δεν το «έβλεπα» καθώς συνέχιζα απτόητη να περνώ από εκεί, αδαής, από συνήθεια. Γνώρισα τρεις μητέρες από εκείνες που νομίζεις πως σταμάτησαν να αναπνέουν, να γελούν ή να κοιμούνται με ύπνο χορταστικό και ξεκούραστο εδώ και χρόνια. Έχουν δημιουργήσει ένα οικοτροφείο για τα παιδιά τους και άλλα 49 παιδιά «τους» (που μόνο στη ζωή δεν έφεραν εκείνες), με πολύ βαριά νοητική υστέρηση. Είναι παιδιά τριάντα, σαράντα, πενήντα χρόνων, που αν δεν τα γνώριζα και μιλούσα μαζί τους, θα έλεγα ότι είναι άντρες και γυναίκες, ακόμα και μεσόκοποι. Τέτοια μάτια, όμως, ανήκουν σε παιδιά. Μπορώ να διακρίνω μωρουδίστικα βλέμματα. Αλλά, δεν μπορώ να σκεφτώ πού και πώς θα ήταν αυτά τα παιδιά αν δεν υπήρχε το οικοτροφείο, το οποίο δημιουργήθηκε για την προστασία τους, όταν οι βιολογικές μητέρες τους φύγουν από τη ζωή. Έχω δει ντοκιμαντέρ κι έχω διαβάσει δημοσιογραφικές έρευνες, ξέρω πώς γιγαντώθηκε ο εθνικός ξεφτιλισμός στο Δαφνί και –πολύ χειρότερα– στη Λέρο. Όταν έφυγα από το οικοτροφείο «Άγιοι Ανάργυροι», παραπατούσα σαν να με χτύπησε το σύμπαν στο κεφάλι. Ήθελα να κλάψω τόσο βαθιά και σπαραχτικά, αλλά ντράπηκα το συνοδηγό μου επειδή δεν ήξερα πώς θα το διαχειριζόταν. Είναι διαστροφική η αδικία της μοίρας για κάποιους ανθρώπους τόσο δίπλα μου, δυο βήματα σχεδόν από το φενγκ σούι γραφείο μου, ενώ εγώ τρίζω τα δόντια μου καθημερινά, από οργή, για συνεντεύξεις και φωτογραφήσεις των παγκοσμίως «τίποτα» που, μάλιστα, πολύ συχνά βοηθώ στη δημοσιότητά τους στην ελληνική «λιμνούπολη». Πενήντα δύο βαριά άρρωστα παιδιά κινδυνεύουν να μην έχουν να φάνε, διότι τα χρήματα του οικοτροφείου τελείωσαν από τα Χριστούγεννα. Οι μητέρες τους τα αγκαλιάζουν με μια τόσο πονεμένη αγκαλιά κι ας είναι 35ρηδες με μυαλό και μάτια μωρού επτά μηνών. Είναι η ανισορροπία της φύσης, αλλά κι η δική μου ανισορροπία που στο γραφείο έπρεπε να λύσω το γόρδιο δεσμό στον κόσμο των παπαράτσι, των παρ’ ολίγο σταρ, των παρ’ ολίγο τοπ μόντελ… Γύρισα στροφή για το σπίτι, γκαζώνοντας στην Αττική Οδό, παρανομώντας, κλείνοντας κινητά και μη βρίσκοντας σταθμό για βουβό σπαραγμό. Έβαλα τη Μήδεια της Κάλλας στη διαπασών κι αναρωτήθηκα πόσο τέρας ή άγγελος γίνεται κάποιος μεγαλώνοντας, όταν χάνει γονείς και φίλους και μαθαίνει κάθε μέρα πικρές αλήθειες. Γύρισα σπίτι και ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούν στα δωμάτια των παιδιών μου σαν ογδοντάχρονη. Ήθελα να τα πάρω στο κρεβάτι μου και να κοιμηθώ γαλήνια εκείνο το βράδυ, μετρώντας τις ανάσες τους. Εκείνα με κοίταζαν περίεργα και με ρωτούσαν τι έχω πάθει. Όμως, εγώ ήμουν καλύτερα έπειτα από πολλές ίδιες ημέρες «καθημερινής τρέλας»…
Στο εξώφυλλο ποζάρει, αποφασισμένη, μια γυναίκα που δεν γνώριζα μέχρι πριν από λίγο καιρό. Ήξερα για εκείνη ό,τι έβλεπα χρόνια τώρα: Εντυπωσιακή, επιβλητική, καλογυμνασμένη, πάντα χαρούμενη, για τους περισσότερους σύμβολο της θηλυκότητας. Η συγκλονιστική αφήγησή της μετά τη μετωπική σύγκρουση με το πεπρωμένο της αποτυπώνεται στις σελίδες του LIFE&STYLE και σφραγίζει και τη δική της ζωή με μια γενναιότητα που λίγες διαθέτουν όταν έχουν ταϊστεί για χρόνια από το ξεφτιλισμένο, πλέον, σύστημα των ΜΜΕ, σαν γατούλες του σεξ ή σαν σύμβολα - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Η προσωπική εμπειρία και η αφήγησή της από τη Γωγώ Μαστροκώστα, μακάρι να γίνει το έναυσμα της απενοχοποίησης του ρατσισμού και του φόβου του καρκίνου, ειδικά για τις γυναίκες που έχουν χτίσει με κόπο την καριέρα τους στη σόου μπιζ, και με ενοχή αρκετές προσπαθούν χρόνια να αποκρύψουν τον καρκίνο τους, σαν να κουβαλούν όνειδος. Εύχομαι στη Γωγώ να πετύχει το «στόχο» της, να διηγείται τη συναρπαστική ζωή της στα εγγόνια της και να καταφέρει να ξυπνήσει όσες ανυποψίαστες ή «ναρκωμένες» γυναίκες υπάρχουν σε αυτήν τη χώρα, ώστε να τρέξουν για τον πρώτο έλεγχο και την πρώτη μαστογραφία της ζωής τους. Μπορεί κάποια γυναίκα διαβάζοντας, σήμερα, τώρα, τη συναρπαστική της αφήγηση να σωθεί εξαιτίας της…
Υ.Γ. Η Νάνσυ Μπάλου υπήρξε για είκοσι χρόνια στενή συνεργάτιδα των εκδόσεων Λυμπέρη και beauty editor του LIFE&STYLE από το πρώτο του τεύχος. Εκατόν έντεκα τεύχη μετά, αυτό που κρατάτε στα χέρια σας είναι αφιερωμένο στη μνήμη της…